Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fachbereich
01
τμήμα, σχολή
Eine Abteilung an einer Universität, die sich auf ein bestimmtes Studien- oder Forschungsgebiet spezialisiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fachbereiche
γενική πτώση
Fachbereiches
Παραδείγματα
Der Fachbereich Biologie ist sehr bekannt.
Το τμήμα βιολογίας είναι πολύ γνωστό.
02
πεδίο σπουδών, πανεπιστημιακή ειδίκευση
Das Studienfach oder die Fachrichtung, die man an einer Universität studiert
Παραδείγματα
Mein Fachbereich ist Maschinenbau.
Ο τομέας σπουδών μου είναι η μηχανολογία.
LanGeek



























