Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Export
01
εξαγωγή
Verkauf von Waren in andere Länder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Export(e)s
πληθυντικός τύπος
Exporte
Παραδείγματα
Er arbeitet im Export.
Δουλεύει στον εξαγωγικό τομέα.



























