Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exotisch
01
εξωτικός, ξένος
Aus einem fremden, weit entfernten Land stammend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am exotischsten
συγκριτικός βαθμός
exotischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Papayas schmecken süß und exotisch.
Οι παπάγιες έχουν γλυκό καιεξωτικόγεύση.
02
εξωτικός, παράξενος
Seltsam, außergewöhnlich oder faszinierend anders
Παραδείγματα
Sein Geschmack in Musik ist etwas exotisch.
Η γεύση του στη μουσική είναι λίγο εξωτική.



























