die exotik
ex
ˈɛk
ek
o
so:
so
tik
tɪk
tik
erotik

Ορισμός και σημασία του "exotik"στα γερμανικά

01

εξωτισμός, εξωτικότητα

Der besondere Reiz des Fremdartigen, Ungewöhnlichen oder tropisch-orientalischen Ursprungs 
die Exotik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Exotik
Παραδείγματα
Die Exotik balinesischer Tempel verzaubert Besucher. 

Η εξωτική γοητεία των ναών της Μπαλί μαγεύει τους επισκέπτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store