der ex
ex
ɛks
eks
sechs

Ορισμός και σημασία του "ex"στα γερμανικά

01

πρώην, πρώην σύντροφος

Eine Person, mit der man früher eine Beziehung hatte 
der Ex definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ex
αρσενικό ενικό
Ex
θηλυκό ενικό
Exfreundin
neutral form
ehemalige*r Partner*in
γενική πτώση
Ex
Παραδείγματα
Mein Ex wohnt jetzt in einer anderen Stadt. 

Ο πρώην μου μένει τώρα σε μια άλλη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store