Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erwachen
01
ξυπνάω, αφυπνίζομαι
Aus dem Schlaf aufwachen oder in einen bewussten Zustand kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwache
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwacht
ενεστώτα μετοχή
erwachend
απλός αόριστος
erwachte
παθητική μετοχή
erwacht
Παραδείγματα
Ich erwache jeden Morgen um sieben Uhr.
Εγώ ξυπνάω κάθε πρωί στις επτά.



























