erwachen

Ορισμός και σημασία του "erwachen"στα γερμανικά

erwachen
01

ξυπνάω, αφυπνίζομαι

Aus dem Schlaf aufwachen oder in einen bewussten Zustand kommen
erwachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwache
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwacht
ενεστώτα μετοχή
erwachend
απλός αόριστος
erwachte
παθητική μετοχή
erwacht
Παραδείγματα
Als sie den Lärm hörte, erwachte sie plötzlich.
Όταν άκουσε τον θόρυβο, ξύπνησε ξαφνικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store