erteilen
erteilen
ɛɐ̯taɪ̯lɐn
etailn

Ορισμός και σημασία του "erteilen"στα γερμανικά

erteilen
01

χορηγώ, παραχωρώ

Jemandem etwas offiziell oder formell gewähren oder geben 
erteilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erteile
γ΄ ενικό πρόσωπο
erteilt
ενεστώτα μετοχή
erteilend
απλός αόριστος
erteilte
παθητική μετοχή
erteilt
Παραδείγματα
Der Chef erteilt die Erlaubnis für das Projekt. 

Ο προϊστάμενος χορηγεί την άδεια για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store