erstaunt
erstaunt
ɛʁʃtaʊ̯nt
ershtawnt

Ορισμός και σημασία του "erstaunt"στα γερμανικά

01

έκπληκτος, καταπληγμένος

Sehr überrascht und verwundert 
erstaunt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erstauntesten
συγκριτικός βαθμός
erstaunter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Reaktion, Überraschung
Παραδείγματα
Ich war erstaunt, wie schnell sie Deutsch gelernt hat. 

Ήμουν έκπληκτος από το πόσο γρήγορα έμαθε γερμανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store