ersichtlich
ersichtlich
e:ɐ̯zɪçtlɪç
ezichtlich

Ορισμός και σημασία του "ersichtlich"στα γερμανικά

ersichtlich
01

εμφανής, ορατός

Deutlich sichtbar oder erkennbar 
ersichtlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ersichtlichsten
συγκριτικός βαθμός
ersichtlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Sichtbarkeit, Erkenntnis, Information
Παραδείγματα
Der Fehler ist auf den ersten Blick ersichtlich. 

Το λάθος είναι προφανές με την πρώτη ματιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store