Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ernst
01
σοβαρός, βαρύς
Sehr wichtig oder gefährlich, oft mit negativen Folgen verbunden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ernstesten
συγκριτικός βαθμός
ernster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der starke Verkehr ist ein ernstes Problem.
Η έντονη κυκλοφορία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα.
02
σοβαρός, αυστηρός
Ohne Humor oder Witz
Παραδείγματα
Du bist in letzter Zeit so ernst. Hast du Probleme?
Είσαι τόσο σοβαρός τελευταία. Έχεις προβλήματα;



























