Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Erlebnis
01
εμπειρία, περιπέτεια
Ein besonderes Ereignis, das jemand persönlich erfährt und in Erinnerung bleibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Erlebnisse
γενική πτώση
Erlebnisses
Παραδείγματα
Tauchen mit Haien? Was für ein Erlebnis!
Κατάδυση με καρχαρίες; Τι εμπειρία!
LanGeek



























