erleben
erleben
ɛʁle:bɐn
erlebn
erhebenerlesenerlegenergeben

Ορισμός και σημασία του "erleben"στα γερμανικά

erleben
01

βιώνω, ζω

Etwas persönlich erfahren oder durchmachen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
leben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlebt
ενεστώτα μετοχή
erlebend
απλός αόριστος
erlebte
παθητική μετοχή
erlebt
Παραδείγματα
Sie hat viele Abenteuer erlebt. 

Έχει ζήσει πολλές περιπέτειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store