Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erlangen
01
αποκτώ, καταφέρνω
Etwas durch Anstrengung oder mit der Zeit erreichen oder bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlangen
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlangt
ενεστώτα μετοχή
erlangend
απλός αόριστος
erlangte
παθητική μετοχή
erlangt
Παραδείγματα
Er erreichte endlich den Rang eines Generals.
Τελικά κατέκτησε τον βαθμό του στρατηγού.



























