Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erkundigen
01
ρωτώ, ενημερώνομαι
Nach Informationen fragen oder etwas wissen wollen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
kundigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erkundige
γ΄ ενικό πρόσωπο
erkundigt
ενεστώτα μετοχή
erkundigend
απλός αόριστος
erkundigte
παθητική μετοχή
erkundigt
Παραδείγματα
Sie erkundigt sich immer zuerst, bevor sie entscheidet.
Αυτή πάντα ρωτάει πρώτα πριν αποφασίσει.



























