Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erkrankung
[gender: feminine]
01
ασθένεια, πάθηση
Das Entstehen oder Vorhandensein einer Krankheit
Παραδείγματα
Die Erkrankung kann chronisch werden.
Η ασθένεια μπορεί να γίνει χρόνια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ασθένεια, πάθηση