Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erklärung
[gender: feminine]
01
εξήγηση, διευκρίνιση
Eine Aussage, die etwas klar macht oder erklärt
Παραδείγματα
Sie bat um eine klare Erklärung.
Ζήτησε μια σαφή εξήγηση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εξήγηση, διευκρίνιση