Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erhöhen
01
αυξάνω, υψώνω
Etwas größer oder höher machen
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
höhen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erhöhe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erhöht
ενεστώτα μετοχή
erhöhend
απλός αόριστος
erhöhte
παθητική μετοχή
erhöht
Παραδείγματα
Die Firma erhöht die Preise.
Η εταιρεία αυξάνει τις τιμές.
02
αυξάνω, υψώνω
Größer oder höher werden
Intransitive
Παραδείγματα
Die Preise erhöhen sich jedes Jahr.
Οι τιμές αυξάνονται κάθε χρόνο.



























