Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erheblich
01
σημαντικός, αξιοσημείωτος
Von bedeutendem Ausmaß oder großer Wichtigkeit
Παραδείγματα
Er hat erheblichen Einfluss auf die Entscheidung.
Έχει σημαντική επιρροή στην απόφαση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σημαντικός, αξιοσημείωτος