Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ergreifend
01
συγκινητικός, συναισθηματικός
Sehr bewegend oder emotional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ergreifendsten
συγκριτικός βαθμός
ergreifender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein ergreifender Moment für alle Anwesenden.
Μια συγκινητική στιγμή για όλους τους παρόντες.



























