Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfreuen
01
ευχαριστώ, εξιτάρω
Jemanden glücklich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfreue
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfreut
ενεστώτα μετοχή
erfreuend
απλός αόριστος
erfreute
παθητική μετοχή
erfreut
Παραδείγματα
Sein Erfolg erfreut das ganze Team.
Η επιτυχία του ευχαριστεί ολόκληρη την ομάδα.
02
χαίρομαι, απολαμβάνω
Sich über etwas freuen
Παραδείγματα
Sie erfreut sich am Anblick des untergehenden Sonne.
Αυτή χαίρεται με τη θέα του ηλίου που δύει.
03
απολαμβάνω, χαίρομαι
Etwas Besitzen oder genießen
Παραδείγματα
Das Unternehmen erfreut sich eines ausgezeichneten Rufes.
Η εταιρεία απολαμβάνει εξαιρετική φήμη.



























