erfolgreich
erfolgreich
ɛɐ̯fɔlkʁaɪ̯ç
εφολκραιχ

Ορισμός και σημασία του "erfolgreich"στα γερμανικά

erfolgreich
01

επιτυχημένος, αποτελεσματικός

Mit positivem Ergebnis oder großem Erfolg in dem, was man tut 
erfolgreich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfolgreichsten
συγκριτικός βαθμός
erfolgreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Karriere, Leistung, Ergebnis
Παραδείγματα
Sie ist eine erfolgreiche Ärztin. 

Είναι μια επιτυχημένη γιατρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store