die erfindung
erfindung
ɛɐ̯fɪndʊng
efindoong
erblindungerkundung

Ορισμός και σημασία του "erfindung"στα γερμανικά

01

εφεύρεση, ανακάλυψη

Neues Gerät oder neue Idee, die erfunden wurde 
die Erfindung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Erfindungen
γενική πτώση
Erfindung
Παραδείγματα
Das Telefon ist eine wichtige Erfindung. 

Το τηλέφωνο είναι μια σημαντική εφεύρεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store