Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erfindung
01
εφεύρεση, ανακάλυψη
Neues Gerät oder neue Idee, die erfunden wurde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erfindung
πληθυντικός τύπος
Erfindungen
Παραδείγματα
Das Telefon ist eine wichtige Erfindung.
Το τηλέφωνο είναι μια σημαντική εφεύρεση.



























