Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erfindung
[gender: feminine]
01
εφεύρεση, ανακάλυψη
Neues Gerät oder neue Idee, die erfunden wurde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erfindung
πληθυντικός τύπος
Erfindungen
Παραδείγματα
Jede Erfindung braucht Zeit und Forschung.
Κάθε εφεύρεση χρειάζεται χρόνο και έρευνα.



























