Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfinden
01
εφευρίσκω
Etwas Neues schaffen, das vorher nicht existierte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfindet
ενεστώτα μετοχή
erfindend
απλός αόριστος
erfand
παθητική μετοχή
erfunden
Παραδείγματα
Wir müssen etwas Neues erfinden.
Πρέπει να εφεύρουμε κάτι νέο.
02
επινοώ
Etwas erfinden bedeutet, etwas ausdenken oder erfinden, was nicht wahr ist
Παραδείγματα
Manchmal erfinden Kinder Fantasiegeschichten.
Μερικές φορές, τα παιδιά επινοούν φανταστικές ιστορίες.



























