das erdöl
erdöl
e:ɐ̯dø:l
edeul

Ορισμός και σημασία του "erdöl"στα γερμανικά

01

ακατέργαστο πετρέλαιο, ακατέργαστο λάδι

Ein schwarzes, brennbares Öl aus der Erde 
das Erdöl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Erdöle
γενική πτώση
Erdöl(e)s
Παραδείγματα
Erdöl wird für Benzin verwendet. 

Το αργό πετρέλαιο χρησιμοποιείται για τη βενζίνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store