das erdgeschoss
erdgeschoss
e:ɐ̯tgəʃɔs
ετγκασοσ
Ergeschoß

Ορισμός και σημασία του "erdgeschoss"στα γερμανικά

Das Erdgeschoss
01

ισόγειο, πρώτος όροφος

Das unterste Stockwerk eines Gebäudes 
das Erdgeschoss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Erdgeschosse
γενική πτώση
Erdgeschosses
Παραδείγματα
Die Wohnung ist im Erdgeschoss. 

Το διαμέρισμα είναι στο ισόγειο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store