die enge
en
ˈɛn
en
ge
längegedränge

Ορισμός και σημασία του "enge"στα γερμανικά

01

στενοχώρια, στενότητα

Einen kleinen, engen Raum oder Platz 
die Enge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Engen
γενική πτώση
Enge
Παραδείγματα
Die Enge des Tunnels macht mir Angst. 

Η στενότητα της σήραγγας με τρομάζει.

02

στενό πέρασμα, στενό

ein sehr schmaler Durchgang oder eine enge Stelle zwischen zwei Bereichen 
Παραδείγματα
Die Enge zwischen den Felsen war schwer passierbar. 

Το στενό ανάμεσα στα βράχια ήταν δύσκολο να περάσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store