Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Enge
01
στενοχώρια, στενότητα
Einen kleinen, engen Raum oder Platz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Enge
πληθυντικός τύπος
Engen
Παραδείγματα
Die Enge der Straße macht das Fahren schwierig.
Η στενότητα του δρόμου κάνει την οδήγηση δύσκολη.
02
στενό πέρασμα, στενό
ein sehr schmaler Durchgang oder eine enge Stelle zwischen zwei Bereichen
Παραδείγματα
Schiffe müssen diese Enge langsam durchfahren.
Τα πλοία πρέπει να διασχίζουν αυτό το στενό αργά.



























