empört
empört
ɛmpø:ɐt
empeut

Ορισμός και σημασία του "empört"στα γερμανικά

01

αγανακτισμένος, οργισμένος

Stark verärgert über etwas als ungerecht oder unverschämt Empfundenes 
empört definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am empörtesten
συγκριτικός βαθμός
empörter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Reaktion, Gesellschaft
Παραδείγματα
Die empörte Menge protestierte gegen die Entscheidung. 

Το αγανακτισμένο πλήθος διαδήλωσε εναντίον της απόφασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store