empfinden
Pronunciation
/ɛmˈpfɪndn̩/

Ορισμός και σημασία του "empfinden"στα γερμανικά

empfinden
01

αισθάνομαι, βιώνω

Ein Gefühl oder eine Empfindung haben
empfinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
emp
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
empfinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
empfindet
ενεστώτα μετοχή
empfindend
απλός αόριστος
empfand
παθητική μετοχή
empfunden
Παραδείγματα
Wir empfinden Dankbarkeit für deine Hilfe.
Εμείς νιώθουμε ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά σου.
Das Empfinden
[gender: neuter]
01

αίσθηση, αντίληψη

Das Gefühl oder die Wahrnehmung von etwas
das Empfinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Empfindens
Παραδείγματα
Das Empfinden von Glück ist wichtig im Leben.
Νιώθοντας την ευτυχία είναι σημαντικό στη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store