empfehlen
Pronunciation
/ʔɛmˈpfeːlən/

Ορισμός και σημασία του "empfehlen"στα γερμανικά

empfehlen
01

συνιστώ, συμβουλεύω

Jemandem sagen, was gut ist oder was er tun soll
empfehlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
emp
βασικό ρήμα
fehle
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
empfehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
empfiehlt
ενεστώτα μετοχή
empfehlend
απλός αόριστος
empfahl
παθητική μετοχή
empfohlen
Παραδείγματα
Sie hat mir den Film empfohlen.
Μου συνέστησε την ταινία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store