empfehlen
emp
ˈɛmp
emp
feh
fe:
fe
len
lən
lēn

Ορισμός και σημασία του "empfehlen"στα γερμανικά

empfehlen
01

συνιστώ, συμβουλεύω

Jemandem sagen, was gut ist oder was er tun soll 
empfehlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
emp
βασικό ρήμα
fehle
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
empfehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
empfiehlt
ενεστώτα μετοχή
empfehlend
απλός αόριστος
empfahl
παθητική μετοχή
empfohlen
Παραδείγματα
Ich empfehle dir dieses Buch. 

Σου συνιστώ αυτό το βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store