die emotion
emotion
emot͡si̯o:n
emotsion

Ορισμός και σημασία του "emotion"στα γερμανικά

01

συγκίνηση, συναίσθημα

Spontane Gefühlsreaktion 
die Emotion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Emotionen
γενική πτώση
Emotion
Παραδείγματα
Grundemotionen wie Freude und Wut sind kulturübergreifend ähnlich. 

Τα βασικά συναισθήματα, όπως η χαρά και ο θυμός, είναι παρόμοια σε όλες τις κουλτούρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

emotional
emotion
emote
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store