die Ellipse
e
ɛ
e
llip
ˈlɪp
lip
se
eklipse

Ορισμός και σημασία του "ellipse"στα γερμανικά

01

έλλειψη, επιμήκης οβάλ σχήμα

eine ovale, langgezogene runde Form 
die Ellipse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ellipsen
γενική πτώση
Ellipse
Παραδείγματα
Die Ellipse ist rund. 

Η έλλειψη είναι στρογγυλή.

02

έλλειψη, ελλειπτική κατασκευή

unvollständige, verkürzte Satzform, bei der ein oder mehrere Wörter ausgelassen sind, ohne dass der Sinn verloren geht 
Παραδείγματα
In der gesprochenen Sprache sind Ellipsen sehr häufig, um schneller zu kommunizieren. 

Στην προφορική γλώσσα, οι ελλείψεις είναι πολύ συχνές για να επικοινωνούν γρηγορότερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store