Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Elefant
[gender: masculine]
01
ελέφαντας, προβοσκιδωτό
Ein großes Tier mit einem langen Rüssel und Stoßzähnen
Παραδείγματα
Elefanten leben oft in Herden.
Οι ελέφαντες ζουν συχνά σε αγέλες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ελέφαντας, προβοσκιδωτό