der Elefant
Pronunciation
/eleˈfant/

Ορισμός και σημασία του "elefant"στα γερμανικά

01

ελέφαντας, προβοσκιδωτό

Ein großes Tier mit einem langen Rüssel und Stoßzähnen
der Elefant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
elefanten
πληθυντικός τύπος
elefanten
Παραδείγματα
Elefanten leben oft in Herden.
Οι ελέφαντες ζουν συχνά σε αγέλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store