das eis
eis
aɪ̯s
ais

Ορισμός και σημασία του "eis"στα γερμανικά

01

πάγος, κύβος πάγου

Wasser im gefrorenen Zustand 
das Eis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Eis
γενική πτώση
Eises
Παραδείγματα
Der See ist mit Eis bedeckt. 

Η λίμνη είναι καλυμμένη με πάγο.

02

παγωτό, κρέμα παγωτού

Gefrorene Süßspeise aus Milch oder Sahne 
das Eis definition and meaning
Παραδείγματα
Die Kinder essen gern Eis im Sommer. 

Τα παιδιά τους αρέσει να τρώνε παγωτό το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store