Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einwanderer
01
μετανάστης, μεταναστευτής
Eine Person, die in ein anderes Land zieht, um dort dauerhaft zu leben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einwanderer
αρσενικό ενικό
Einwanderer
θηλυκό ενικό
Einwanderin
neutral form
Einwandernde
γενική πτώση
Einwanderers
Παραδείγματα
Der Einwanderer sucht ein neues Leben in Deutschland.
Ο μετανάστης αναζητά μια νέα ζωή στη Γερμανία.
LanGeek



























