Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eintragen
01
εγγράφω, καταχωρώ
Seinen Namen oder Daten offiziell in eine Liste oder ein Formular schreiben lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
tragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trage ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
trägt ein
ενεστώτα μετοχή
eintragend
απλός αόριστος
trug ein
παθητική μετοχή
eingetragen
Παραδείγματα
Viele Studenten tragen sich online ein.
Πολλοί φοιτητές εγγράφονται διαδικτυακά.
02
καταχωρώ, εγγράφω
Informationen, Daten oder Namen in ein Formular, eine Liste oder ein Dokument schreiben
Παραδείγματα
Du musst alle Felder korrekt eintragen.
Πρέπει να συμπληρώσετε σωστά όλα τα πεδία.
Λεξικό Δέντρο
eintragen
ein
tragen



























