Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eintopf
01
στιφάδο, βραστό
Ein Gericht, bei dem verschiedene Zutaten wie Gemüse, Fleisch und Hülsenfrüchte zusammen in einem Topf gekocht werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eintopfes
πληθυντικός τύπος
Eintöpfe
Παραδείγματα
Im Winter esse ich gern einen warmen Eintopf.
Το χειμώνα, μου αρέσει να τρώω ένα ζεστό στιφάδο.
Λεξικό Δέντρο
eintopf
ein
topf



























