Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eintauchen
01
βυθίζω, μουλιάζω
Etwas ganz oder teilweise in eine Flüssigkeit eintauchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
tauchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tauche ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
taucht ein
ενεστώτα μετοχή
eintauchend
απλός αόριστος
tauchte ein
παθητική μετοχή
eingetaucht
Παραδείγματα
Vor dem Lackieren den Pinsel kurz in Terpentin eintauchen.
Πριν από το βάψιμο, βυθίστε το πινέλο για λίγο στην τερεβένθα.
02
βυθίζω, βυθίζομαι
Selbst vollständig in etwas eintreten
Παραδείγματα
Die U-Boote sind lautlos in die Tiefe eingetaucht.
Τα υποβρύχια βύθισαν σιωπηλά στα βάθη.



























