die einstellung
ein
a:n
an
ste
ʃtɛ
shte
llung
lʊng
loong

Ορισμός και σημασία του "einstellung"στα γερμανικά

Die Einstellung
01

στάση, προσέγγιση

Die persönliche Haltung oder Meinung zu einem Thema 
die Einstellung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
einstellung
πληθυντικός τύπος
einstellungen
Παραδείγματα
Seine positive Einstellung beeinflusst das Team. 

Η θετική του στάση επηρεάζει την ομάδα.

02

πρόσληψη, απασχόληση

Die Aufnahme einer Person in ein Arbeitsverhältnis 
die Einstellung definition and meaning
Παραδείγματα
Ihre Einstellung erfolgt ab nächstem Monat. 

Η πρόσληψή της θα πραγματοποιηθεί από τον επόμενο μήνα.

03

ρύθμιση, προσαρμογή

Die technische Anpassung oder Konfiguration eines Geräts oder Systems 
die Einstellung definition and meaning
Παραδείγματα
Die Einstellung der Lautstärke ist zu hoch. 

Η ρύθμιση της έντασης είναι πολύ υψηλή.

Λεξικό Δέντρο

einstellung

ein

+

stellung

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store