Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einstellung
[gender: feminine]
01
στάση, προσέγγιση
Die persönliche Haltung oder Meinung zu einem Thema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
einstellung
πληθυντικός τύπος
einstellungen
Παραδείγματα
Seine Einstellung zu Geld ist sehr entspannt.
Η στάση του απέναντι στα χρήματα είναι πολύ χαλαρή.
02
πρόσληψη, απασχόληση
Die Aufnahme einer Person in ein Arbeitsverhältnis
Παραδείγματα
Ihre Einstellung steht unter dem Vorbehalt der Budgetgenehmigung.
Η πρόσληψή σας υπόκειται στην έγκριση του προϋπολογισμού.
03
ρύθμιση, προσαρμογή
Die technische Anpassung oder Konfiguration eines Geräts oder Systems
Παραδείγματα
Die Einstellung der Farben wirkt unnatürlich.
Η ρύθμιση των χρωμάτων φαίνεται αφύσικη.
Λεξικό Δέντρο
einstellung
ein
stellung



























