Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einstellung
01
στάση, προσέγγιση
Die persönliche Haltung oder Meinung zu einem Thema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
einstellungen
γενική πτώση
einstellung
Παραδείγματα
Seine positive Einstellung beeinflusst das Team.
Η θετική του στάση επηρεάζει την ομάδα.
02
πρόσληψη, απασχόληση
Die Aufnahme einer Person in ein Arbeitsverhältnis
Παραδείγματα
Ihre Einstellung erfolgt ab nächstem Monat.
Η πρόσληψή της θα πραγματοποιηθεί από τον επόμενο μήνα.
03
ρύθμιση, προσαρμογή
Die technische Anpassung oder Konfiguration eines Geräts oder Systems
Παραδείγματα
Die Einstellung der Lautstärke ist zu hoch.
Η ρύθμιση της έντασης είναι πολύ υψηλή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
einstellung
ein
stellung



























