Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsteigen
01
ανεβαίνω
In ein Fahrzeug gehen, um mitzufahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
steigen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
steige ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
steigt ein
ενεστώτα μετοχή
einsteigend
απλός αόριστος
stieg ein
παθητική μετοχή
eingestiegen
Παραδείγματα
Ich steige in den Bus ein.
Εγώ ανεβαίνω στο λεωφορείο.
02
μπαίνω, ανεβαίνω
In ein Gebäude, eine Organisation oder eine Aktivität eintreten
Παραδείγματα
Er ist ins Geschäft eingestiegen.
Αυτός μπήκε στην επιχείρηση.
Λεξικό Δέντρο
einsteigen
ein
steigen



























