einspurig
eins
ˈaɪnʃ
ainsh
pu
pu:
poo
rig
ʁɪk
rik

Ορισμός και σημασία του "einspurig"στα γερμανικά

01

μονολωρίδιος, με μία λωρίδα κυκλοφορίας

Mit nur einer Fahrspur 
einspurig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Verkehr musste auf die einspurige Umleitung ausweichen. 

Η κυκλοφορία έπρεπε να μεταφερθεί στην παράκαμψη με μία λωρίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store