einladen
Pronunciation
/ˈaɪ̯nˌlaːdən/

Ορισμός και σημασία του "einladen"στα γερμανικά

einladen
01

προσκαλώ, καλώ

Jemandem sagen, dass er zu etwas kommen soll
einladen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
laden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lade ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
lädt ein
ενεστώτα μετοχή
einladend
απλός αόριστος
lud ein
παθητική μετοχή
eingeladen
Παραδείγματα
Sie lädt mich ins Kino ein.
Με προσκαλεί στον κινηματογράφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store