einigen
Pronunciation
/ˈʔaɪ̯nɪɡən/

Ορισμός και σημασία του "einigen"στα γερμανικά

einigen
01

συμφωνώ, καταλήγω σε συμφωνία

Auf etwas gemeinsam einigen oder eine Einigung finden
einigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
einige
γ΄ ενικό πρόσωπο
einigt
ενεστώτα μετοχή
einigend
απλός αόριστος
einigte
παθητική μετοχή
geeinigt
Παραδείγματα
Die Länder einigten sich auf neue Regeln.
Οι χώρες συμφώνησαν σε νέους κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store