Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einholen
01
بهدست آوردن , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
holen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
holte ein
παθητική μετοχή
eingeholt
Παραδείγματα
Der Schuller war schon wieder rüstig bei der Arbeit, als wollte er die versäumte Zeit einholen.
Λεξικό Δέντρο
einholen
ein
holen



























