Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eingriff
01
παρέμβαση, εγχείρηση
Eine gezielte Handlung, oft medizinisch oder organisatorisch, um etwas zu verändern oder zu verbessern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eingriff(e)s
πληθυντικός τύπος
Eingriffe
Παραδείγματα
Der Eingriff dauert etwa zwei Stunden.
Η παρέμβαση διαρκεί περίπου δύο ώρες.
02
παρέμβαση, επέμβαση
Das Einwirken in die Angelegenheiten anderer oder in einen Ablauf
Παραδείγματα
Der Eingriff des Gerichts stoppte das Projekt.
Η παρέμβαση του δικαστηρίου σταμάτησε το έργο.
Λεξικό Δέντρο
eingriff
ein
griff



























