Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eingriff
01
παρέμβαση, εγχείρηση
Eine gezielte Handlung, oft medizinisch oder organisatorisch, um etwas zu verändern oder zu verbessern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eingriffe
γενική πτώση
Eingriff(e)s
Παραδείγματα
Der Eingriff war erfolgreich und der Patient erholt sich gut.
Η παρέμβαση ήταν επιτυχής και ο ασθενής αναρρώνει καλά.
02
παρέμβαση, επέμβαση
Das Einwirken in die Angelegenheiten anderer oder in einen Ablauf
Παραδείγματα
Der staatliche Eingriff in die Wirtschaft ist umstritten.
Η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία είναι αμφιλεγόμενη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eingriff
ein
griff



























