die einfahrt
einfahrt
aɪnfa:ɐt
ainfat

Ορισμός και σημασία του "einfahrt"στα γερμανικά

01

είσοδος, οδός πρόσβασης

Der Bereich, wo Fahrzeuge in ein Grundstück oder eine Straße fahren 
die Einfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einfahrten
γενική πτώση
Einfahrt
Παραδείγματα
Die Einfahrt zum Haus ist eng. 

Η είσοδος στο σπίτι είναι στενή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

einfahrt

ein

+

fahrt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store