die einbahnstraße
ein
ˈaɪ̯n
αιν
bahns
ˌba:nʃ
μπανσ
tra
tʁa:
τρα
ße
σα

Ορισμός και σημασία του "einbahnstraße"στα γερμανικά

Die Einbahnstraße
01

οδός μονής κατεύθυνσης, δρόμος μονής κατεύθυνσης

Eine Straße, auf der der Verkehr nur in eine Richtung erlaubt ist 
die Einbahnstraße definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einbahnstraßen
γενική πτώση
Einbahnstraße
Παραδείγματα
In dieser Stadt gibt es viele Einbahnstraßen. 

Σε αυτή την πόλη υπάρχουν πολλοί μονόδρομοι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store