die Eignung
Pronunciation
/ˈaɪ̯ɡnʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "eignung"στα γερμανικά

01

καταλληλότητα, ικανότητα

Die Tauglichkeit oder Befähigung einer Person oder Sache für einen bestimmten Zweck oder eine bestimmte Tätigkeit
die Eignung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eignung
πληθυντικός τύπος
Eignungen
Παραδείγματα
Die Eignung der Studenten für den Medizinstudiengang wird im Auswahlverfahren festgestellt.
Η καταλληλότητα των φοιτητών για το πρόγραμμα ιατρικής καθορίζεται στη διαδικασία επιλογής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store