Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Eignung
01
καταλληλότητα, ικανότητα
Die Tauglichkeit oder Befähigung einer Person oder Sache für einen bestimmten Zweck oder eine bestimmte Tätigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eignung
πληθυντικός τύπος
Eignungen
Παραδείγματα
Die Eignung der Studenten für den Medizinstudiengang wird im Auswahlverfahren festgestellt.
Η καταλληλότητα των φοιτητών για το πρόγραμμα ιατρικής καθορίζεται στη διαδικασία επιλογής.



























