eignen
eignen
aɪ̯gnən
aignēn
eineneigen

Ορισμός και σημασία του "eignen"στα γερμανικά

eignen
01

είμαι κατάλληλος, ταιριάζω

Für einen bestimmten Zweck geeignet sein 
eignen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eigne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eignet
ενεστώτα μετοχή
eignend
απλός αόριστος
eignete
παθητική μετοχή
geeignet
Παραδείγματα
Dieses Material eignet sich gut für den Bau. 

Αυτό το υλικό προσφέρεται καλά για την κατασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store