Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eignen
01
είμαι κατάλληλος, ταιριάζω
Für einen bestimmten Zweck geeignet sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eigne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eignet
ενεστώτα μετοχή
eignend
απλός αόριστος
eignete
παθητική μετοχή
geeignet
Παραδείγματα
Nicht jeder Stoff eignet sich für Sommerkleidung.
Δεν ταιριάζει κάθε ύφασμα για καλοκαιρινά ρούχα.



























