eignen
Pronunciation
/ˈaɪ̯ɡnən/

Ορισμός και σημασία του "eignen"στα γερμανικά

eignen
01

είμαι κατάλληλος, ταιριάζω

Für einen bestimmten Zweck geeignet sein
eignen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eigne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eignet
ενεστώτα μετοχή
eignend
απλός αόριστος
eignete
παθητική μετοχή
geeignet
Παραδείγματα
Nicht jeder Stoff eignet sich für Sommerkleidung.
Δεν ταιριάζει κάθε ύφασμα για καλοκαιρινά ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store