echt
Pronunciation
/ɛçt/

Ορισμός και σημασία του "echt"στα γερμανικά

01

αληθινός, γνήσιος

Nicht falsch oder unecht
echt definition and meaning
Παραδείγματα
Die Geschichte klingt echt unglaublich.
Η ιστορία ακούγεται πραγματικά απίστευτη.
01

πραγματικά, αληθινά

Sehr oder wirklich
Παραδείγματα
Diese Tasche ist echt aus Leder.
Αυτή η τσάντα είναι πραγματικά από δέρμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store