die E-mail
e
i:me:l
ιμελ
mail
email

Ορισμός και σημασία του "e-mail"στα γερμανικά

01

ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, email

Eine digitale Nachricht, die man per Internet verschickt 
die E-mail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
E-Mails
γενική πτώση
E-Mail
Παραδείγματα
Ich schreibe eine E-Mail an meinen Chef. 

Γράφω ένα e-mail στον προϊστάμενό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store